ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΛΑΚΑΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ - ΝΛΣ

 

9ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΝΛΣ

 

Λονδίνο 2 & 3 Απριλίου 2011

 

 

Πως δρα η ψυχανάλυση

 

 

Πως η ψυχανάλυση δρα: δεν πρόκειται για ερωτηματική μα για καταφατική πρόταση. Διότι, παρά τις βαρύγδουπες αντιρρήσεις μερικών στις μέρες μας, είναι γεγονός ότι η ψυχανάλυση δρα. Μένει όμως αυτό να το τεκμηριώσουμε.

 

Το ρήμα «opérer» [ενεργώ, δρω], στην αμετάβατη χρήση του, είναι δυνατή λέξη. Ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό « operari » που σημαίνει «εργάζομαι». Σύμφωνα με το λεξικό Le Robert  « οpérer » και « opération » [ενέργεια, δράση] υπονοούν μια πράξη που επιφέρει αποτέλεσμα ή/και μια «διατεταγμένη σειρά από πράξεις που επιτυγχάνουν μια μετατροπή». Για να το πούμε δίκην matter of fact: η ψυχανάλυση αλλάζει κάτι, φέρνει αποτελέσματα. Με ποιον τρόπο και με πιο στόχο, να το ζητούμενο.

 

Στο τέλος της διδασκαλίας του, ο Λακάν υπενθύμιζε ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε πάψει ποτέ να ρωτάει τους «ομό-τεχνους» του για «το πώς γινόταν να δρουν –δε λέω να γιατρεύουν, δε γιατρεύουμε όλον τον κόσμο– με λέξεις. Υπάρχουν σωστά εγχειρήματα, που επιτυγχάνονται μόνο με λέξεις» (1). Αυτή η δύναμη της ομιλίας ήταν επίσης κάτι που ο Φρόυντ, ιδρυτής της ψυχανάλυσης, τεκμηρίωνε υπομονετικά στον «αμερόληπτο συνομιλητή» που ήταν υποτίθεται ανίδεος για τις «ιδιαιτερότητες της αναλυτικής θεραπείας», και στον οποίο απευθυνόταν το 1962 με θέμα την άσχετη με την Ιατρική ψυχαναλυτική θεραπεία. Ούτε υποβολή, ούτε μαγεία, η χρήση της ομιλίας στη συνάντηση του ψυχαναλυτή με τον ασθενή του αδυνατεί να κατανοηθεί με αναφορά σε άλλες πρακτικές ή υπάρχουσες γνώσεις. O Φρόυντ έλεγε: «Η ανάλυση είναι μια διαδικασία sui generis, κάτι καινούργιο και ξεχωριστό που δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο με τη βοήθεια νέων αντιλήψεων ή, αν θέλουμε, καινούργιων υποθέσεων» (2). Θεωρούσε έτσι ότι η ψυχαναλυτική θεωρία είχε δυο «πυλώνες», οι οποίοι προέκυψαν από την ίδια την ψυχαναλυτική εμπειρία: την υπόθεση του ασυνειδήτου και τη σημασία της σεξουαλικότητας στον καθορισμό της νεύρωσης (3).

 

Για να καταδείξουμε με τη σειρά μας πώς η ψυχανάλυση δρα σήμερα, ας ξεκινήσουμε από αυτό που μας διδάσκει η καθημερινή μας πρακτική. Ας μη διστάσουμε λοιπόν να προσεγγίσουμε τα πράγματα από πολύ κοντά στα φαινόμενα. Στην τάδε συγκεκριμένη περίπτωση, ας αναρωτηθούμε τι έχει συμβεί και τι έχει λειτουργήσει πραγματικά. Προχωρώντας έτσι  θα κατανοήσουμε ότι το «πώς» δεν παραπέμπει ούτε καταλήγει σε κάποιο πρακτικό οδηγό, που θα καθόριζε ποιες διαδικασίες θα όφειλε να ακολουθήσει κανείς προκειμένου να φθάσει σε προβλέψιμα και γενικεύσιμα αποτελέσματα. Θα επαληθεύσουμε εκ νέου, όπως και στο Συνέδριο της AMP του 2004, ότι η λακανική πρακτική δεν έχει τυπικές προδιαγραφές. Ωστόσο δεν υφίσταται χωρίς αρχές.

 

Για να προσανατολιστούμε, ας επανέλθουμε στις «θεμελιώδες αρχές τις ψυχανάλυσης» έτσι όπως ο Λακάν τις επέλεξε από τον Φρόυντ το 1964 και τις ανανέωσε. Το 11ο Σεμινάριο σημαδεύει μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή της διδασκαλίας του. Αποτελεί ρωγμή και νέα αρχή, τα διακυβεύματα των οποίων ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ έχει επανειλημμένα διασαφηνίσει. Ο Λακάν, απευθυνόμενος σε ένα διευρυμένο ακροατήριο πέραν των ψυχαναλυτών, που μέχρι τότε παρακολουθούσαν τη διδασκαλία του, διευθετεί σε σειρά τέσσερεις έννοιες: το ασυνείδητο, την επανάληψη, τη μεταβίβαση και την ενόρμηση, με τις οποίες απαντά στο ερώτημα του τι θεμελιώνει την ψυχανάλυση ως «πράξιν» [«praxis» στο γαλλικό πρωτότυπο] (4).

 

Προκειμένου να μιλήσει το ασυνείδητο πρέπει κάποιος να το ακούσει, τόνιζε ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ στο Λονδίνο με αφορμή το «Ράλι των αδύνατων επαγγελμάτων». Απέναντι στις σύγχρονες κυρίαρχες ιδεολογίες, που δεν πιστεύουν στο ασυνείδητο, ο ψυχαναλυτής ξεχωρίζει (5). Ενδιαφέρεται γι’ αυτά τα πράγματα που χωλαίνουν, που αποτυγχάνουν, που αψηφούν κάθε έλεγχο και τα οποία ο Λακάν καθιστά εκδήλωση της αλήθειας ενός υποκειμένου. Αυτό το ασυνείδητο που «ανοίγει και κλείνει», που παρουσιάζεται σαν σκόνταμμα και βλάβη, πώς πιάνεται; Πώς προσφέρουμε τη δυνατότητα της έκπληξης με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας που προτείνουμε με τον ελεύθερο συνειρμό; Ποια είναι η ευθύνη μας στην ερμηνεία;

Η επανάληψη, μέσα στην επιμονή της, αποτελεί αποτυχημένη συνάντηση με το πραγματικό, με αυτό που δεν αφομοιώνεται από το σημαίνον, και που ο Φρόυντ ονόμασε τραυματισμό. Πώς την αντέχουμε;

 

Το πραγματικό διακυβεύεται στη μεταβίβαση, εφόσον ορίζεται σαν «ενεργοποίηση της πραγματικότητας του ασυνειδήτου», η οποία είναι σεξουαλική. Στη μεταβίβαση, ποια είναι η θέση μας; Και ποια λειτουργία εκπληρώνουμε;

Η ενόρμηση κάνει το γύρω του χαμένου αντικειμένου, του αντικειμένου μικρού α και αποκομίζει μέσα στο κύκλωμα καθεαυτό την ικανοποίησή της. Αυτή η ικανοποίηση δεν ισοδυναμεί διόλου με το καλό του υποκειμένου. Το αναλυτικό ενέργημα επιτρέπει στο υποκείμενο να απαλαχτεί από τις ταυτίσεις στις οποίες υπόκειται και να αναγνωρίσει την ιδιαίτερή του απόλαυση. Υπό ποιους όρους γίνεται αυτό;

 

Αυτές οι βασικές έννοιες, λέει ο Λακάν, «είναι ό,τι μπορεί να μας καθιστά βέβαιους για την πράξιν [praxis] μας» (6). Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα. Όλο το σεμινάριο διατρέχεται από το αρχικό ερώτημα: «Τι οφείλει να είναι η επιθυμία του αναλύτη ώστε να μπορέσει να πράξει σωστά;»  Αντίθετα με το λόγο της επιστήμης, όπου η επιθυμία του φυσικού δε λαμβάνεται υπόψη, «η επιθυμία του αναλυτή αδυνατεί να αφεθεί εκτός του ζητήματός μας» (7). Αυτή η επιθυμία είναι η κινητήρια δύναμη του ενεργήματος. Ο Λακάν θα απαντήσει το 1967 τυποποιώντας το τέλος της ανάλυσης και εισάγοντας την έννοια της αναλυτικής πράξης. Στο ερώτημα, λοιπόν, τι μπορεί να καταστήσει κάποιον ικανό να υποστηρίξει την αναλυτική πράξη, θα απαντήσει ότι ο ψυχαναλυτής είναι προϊόν της ανάλυσής του εφόσον αυτή έχει ολοκληρωθεί (8).

Αυτό το ερώτημα θα αποτελέσει τον ορίζοντα του επόμενου Συνεδρίου μας όπου θα τεκμηριώσουμε τη λειτουργικότητα της ψυχανάλυσης με αφετηρία την πρακτική μας στις πολλαπλές αλλά κάθε φορά μοναδικές μορφές της.

 

Anne Lysy

 

Μετάφραση: Ελένη Κουκούλη

 

 

(1)  Lacan, J., « Le phénomène lacanien », διάλεξη στη Νίκαια (30.11.1974), στο Cahiers cliniques de Nice, 1, Ιούνιος 1998, σ. 14.

(2)  Freud, S., La question de l’analyse profane/Die Frage der Laienanalyse, Παρίσι Gallimard, coll. Bilingue, σ. 47.

(3)  Freud, S., Sur l’histoire du mouvement psychanalytique, Παρίσι, Gallimard, 1991 ; βλ. σ. 23 και 29.

(4)  Lacan, J., Le Séminaire Livre XI. Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, Παρίσι, Seuil, 1973, σ. 11.

(5)  Miller, J.-A., « Closing Remarks at the Rally of the Impossible Professions, Against the False Promises of Security », Hurly-Burly, 1, 2009, σ. 211.

(6)  Lacan, J., Le Séminaire Livre XI, σ. 237.

(7)  Αυτόθι, σ. 14.

(8)  Lacan, J., « Proposition du 9 octobre 1967 sur le psychanalyste de l’École », στο Autres écrits, Παρίσι, Seuil, 2001, σσ. 243-259.

 

 

 

 

9th NLS Congress

London, 2/3 April 2011

 

How Psychoanalysis Works

 

 

“How Psychoanalysis Works”. This is not a question, this is an assertion. Because psychoanalysis indeed works, contrary to what some noisily object to nowadays. Still, we need to account for it.

 

The word ‘work’ (opérer), used in an intransitive way, is a strong word. Coming from the Latin ‘operari’, which means ‘to work’, ‘to operate’ or ‘operation’, it involves an action that produces an effect, an “ordered sequence of acts that effect a transformation” (according to ‘Le Robert’). To say it in a matter of fact way: psychoanalysis changes something, it yields results. By what means and with what aim is what we will show.

 

At the end of his teaching, Lacan said that for all these years he did not stop questioning his ‘co-practitioners’ “on the subject of knowing how they could possibly operate with words – I don’t say cure, one does not cure everybody. There are operations that are effective and that only happen with words.”(1) The power of the word was also what Freud, inventor of psychoanalysis, patiently gave account of to the supposed ‘impartial person’ who did not know anything of the ‘peculiarities of an analytic treatment’, whom he addressed in 1926 on Lay Analysis. The specific use of words in the meeting of a psychoanalyst with his patient is neither suggestion nor magic. The way words are used cannot be captured by other practices or any previous knowledge. Freud says: “analysis is a procedure sui generis, something novel and special, which can only be understood with the help of new insights - or hypotheses, if that sounds better.”(2) Freud considered that the hypothesis of the unconscious and the importance of sexuality in the determination of neurosis were the two ‘cornerstones’ of psychoanalytic theory, deduced from the experience.(3)

 

To give our own account of how psychoanalysis works today, let us start from what our daily practice teaches us. Let us not hesitate to take things from the level of the phenomena. Let us ask ourselves what in a given case took place and what was at work. By doing this we will prove that this ‘how’ neither goes back to, nor culminates in a practical guide that prescribes procedures to follow for foreseeable and generalisable results. We verify again, as at the Congress of the WAP in 2004, that Lacanian practice is without standards, but that it is for all that not without principles.

 

In order to orient ourselves, let us return to the ‘fundamental concepts of psychoanalysis’, as Lacan chose them from Freud in 1964, to revive them. Seminar XI is a very particular moment in his teaching, a rupture and a new departure, the stakes of which have often been illuminated by Jacques-Alain Miller. Lacan puts a series of four concepts in order: the unconscious, repetition, transference and the drive, with which he responds to the question of what founds psychoanalysis as ‘praxis’ (4), by speaking to an extended audience beyond the psychoanalysts who followed his teaching at that point.

 

For the unconscious to speak it needs someone who listens to it, said Jacques-Alain Miller in London, at the ‘Rally of the Impossible Professions’. A psychoanalyst distances himself from the dominant contemporary ideologies who do not believe in the unconscious.(5) He is interested in the things that are wrong, that fail, that defy mastery, and of which Lacan made the manifestation of the truth of a subject. This unconscious that ‘opens and closes’, that presents itself as hindrance and failure, how is it gotten hold of? How do we offer the possibility of surprise by proposing this special mode of speaking that is free association? What is our responsibility in an interpretation?

Repetition, in its insistence, is the missed encounter with the real, with what is inassimilable in the signifier, with what Freud called trauma. How do we bear it?

This real is at play in transference, in as much as it is defined as ‘enactment of the reality of the unconscious’, which is sexual. What place do we occupy in transference? What function do we have in it?

The drive circles the lost object, the object a, and yields in this same circuit its satisfaction; this is in no way equivalent to the good of the subject. The analytic operation allows the subject to detach himself from the identifications he was subjected to, and to recognise the jouissance that is his own. Under which conditions is this possible?

 

These basic concepts, says Lacan, are “what makes us certain of our practice”.(6) But there is something more. The whole seminar is traversed by the initial question: “What must there be in the analyst’s desire for it to operate in a correct way?” Contrary to the discourse of science, where the desire of the physician is not questioned, “the analyst’s desire can in no way be left outside our question”.(7) This desire is the spring of the operation. Lacan will respond in 1967 with the formalisation of the end of analysis and his concept of the act of the psychoanalyst. Thus, to the question of what could put someone in the position to support the analytic act he responded that a psychoanalyst is the product of his analysis, taken to its end.(8)

 

This question remains at the horizon of our next Congress where we will give an account of the operativity of psychoanalysis starting from our practice in its multiple, but each time singular forms.

 

Anne Lysy

  

Translated by Natalie Wulfing

 

 

(1)  Lacan, J.; « Le phénomène lacanien », conférence à Nice (30.11.1974), in Cahiers cliniques de Nice, 1 June 1998, p. 14. (not translated/published in English)

(2)  Freud, S.; The Question of Lay Analysis [1926], Standard Edition (SE) vol 20, tr: Strachey, J., Hogarth Press, London, p.189/190

(3)  Freud, S.; On The History of the Psychoanalytic Movement [1914], SE 14, p.16

(4)  Lacan, J.; The Seminar, Book XI, The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis, tr. Sheridan, A., Penguin, London 1994, p. 6

(5)  Miller, J.-A.; ‘Closing Remarks at the Rally of the Impossible Professions, Against the False Promises of Security’, in Hurly-Burly, issue 1, 2009, p. 211

(6)  Op.cit, p. 263

(7)  Ibid.; p. 9 + 10

(8)  Lacan, J.; Proposition of 9 October 1967 on the Psychoanalyst of the School (Autres écrits, Paris, Seuil, 2001, pp. 243-259)

published in English on the website of the London Society, tr. Grigg, R.:

http://www.londonsociety-nls.org.uk/pdfs/Propositionof9October1967.pdf

 

 

  

 

ΝΕΑ:

 

 

Η 40η Διημερίδα της Σχολής του Φροϊδικού Aιτίου (ECF) θα πραγματοποιηθεί στις 9 και 10 Οκτωβρίου 2010 στο Palais des Congrès του Παρισιού

 

Να θεραπευθώ με την ψυχανάλυση… γι’αυτO Eρχομαι!

Αυτό που ζητάμε από έναν ψυχαναλυτή δεν είναι πάντα αυτό που επιθυμούμε

 

http://www.causefreudienne.net

 

*

 

 

To 8o συνέδριο της ΝΛΣ πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη στις 26 και 27 Ιουνίου 2010

 

http://www.amp-nls.org

 

*

 

To πρόγραμμα του ΑΠαΚΣ για το 2010-2011 θα έχει ως θέμα: Δυνατότητες της ψυχαναλυτικής πράξης

 

 πληροφορίες: http://apaks.gr

 

 *

 

 

Tετράδια Ψυχιατρικής

 

 

 


 

Πληροφορίες

 


 

Σχεδίαση - ανάπτυξη: Τηλέμαχος Ζάρας